συνταξιδεύω
•
- ταξιδεύω μαζί με άλλον ή άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνταξιδεύω < συν- + ταξιδεύω. Διαφορετική η μεσαιωνική λέξη συνταξιδεύω (συμμετέχω σε εκστρατεία)
Άλλοι τύποι
συνταξίδεψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →