συνταξούλα
•
- υποκοριστικό του σύνταξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνταξούλα < σύνταξη + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνταξούλα | συνταξούλες |
| Γενική | συνταξούλας | — |
| Αιτιατική | συνταξούλα | συνταξούλες |
| Κλητική | συνταξούλα | συνταξούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →