Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταραχή

/sin.da.ɾaˈçi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικότο αποτέλεσμα του συνταράζω Βικιλεξικό
    • Ἀπομεσήμερα, ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος γέρνει πρὸς τὴ δύση, φτάσαμε σκονισμένοι ἀπὸ πάνω ὣς κάτω, ἱδροκοπημένοι, κατάκοποι, ὄχι τόσο ἀπὸ τὴν πεζοπορία, ὅσο ἀπὸ μιὰ ψυχικὴ διέγερση καὶ συνταραχή.

Ετυμολογία

συνταραχή < συνταράζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνταραχήσυνταραχές
Γενικήσυνταραχήςσυνταραχών
Αιτιατικήσυνταραχήσυνταραχές
Κλητικήσυνταραχήσυνταραχές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →