συνταραχή
•
- λογοτεχνικότο αποτέλεσμα του συνταράζω Βικιλεξικό
- Ἀπομεσήμερα, ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος γέρνει πρὸς τὴ δύση, φτάσαμε σκονισμένοι ἀπὸ πάνω ὣς κάτω, ἱδροκοπημένοι, κατάκοποι, ὄχι τόσο ἀπὸ τὴν πεζοπορία, ὅσο ἀπὸ μιὰ ψυχικὴ διέγερση καὶ συνταραχή.
Ετυμολογία
συνταραχή < συνταράζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνταραχή | συνταραχές |
| Γενική | συνταραχής | συνταραχών |
| Αιτιατική | συνταραχή | συνταραχές |
| Κλητική | συνταραχή | συνταραχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →