συνταυτίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος συνταυτίζω Βικιλεξικό
- Η μελέτη του τάφου, ο οποίος, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα κ. Μιχάλη Λεφαντζή, μέλος της ανασκαφικής ομάδας, «αποτελεί μόνο ένα μικρό τμήμα του τύμβου», είναι ακόμα αντικείμενο έρευνας. Πάντως θεωρεί ότι ο τάφος και ο τύμβος από άποψη οικοδομικής φάσης κατασκευής συνταυτίζονται. (*)
- έχω ή αποκτώ τα ίδια φερσίματα, ήθη, συνήθειες ή νοοτροπία με κάποιους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνταυτίζομαι | συνταυτίζεσαι | συνταυτίζεται | συνταυτιζόμαστε | συνταυτίζεστε | συνταυτίζονται |
| Παρατατικός | συνταυτιζόμουν / συνταυτιζόμουνα | συνταυτιζόσουν / συνταυτιζόσουνα | συνταυτιζόταν / συνταυτιζότανε | συνταυτιζόμασταν / συνταυτιζόμαστε | συνταυτιζόσασταν / συνταυτιζόσαστε | συνταυτίζονταν / συνταυτιζόντουσαν |
| Αόριστος | συνταυτίστηκα | συνταυτίστηκες | συνταυτίστηκε | συνταυτιστήκαμε | συνταυτιστήκατε | συνταυτίστηκαν / συνταυτιστήκαν / συνταυτιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνταυτίζομαι / θα συνταυτιστώ | θα συνταυτίζεσαι / θα συνταυτιστείς | θα συνταυτίζεται / θα συνταυτιστεί | θα συνταυτιζόμαστε / θα συνταυτιστούμε | θα συνταυτίζεστε / θα συνταυτιστείτε | θα συνταυτίζονται / θα συνταυτιστούν / θα συνταυτιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνταυτιστεί | έχεις συνταυτιστεί | έχει συνταυτιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνταυτιστεί | είχες συνταυτιστεί | είχε συνταυτιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνταυτιστεί / να συνταυτίζομαι / να συνταυτιστώ | να έχεις συνταυτιστεί / να συνταυτίζεσαι / να συνταυτιστείς | να έχει συνταυτιστεί / να συνταυτίζεται / να συνταυτιστεί | να συνταυτιζόμαστε / να συνταυτιστούμε | να συνταυτίζεστε / να συνταυτιστείτε | να συνταυτίζονται / να συνταυτιστούν / να συνταυτιστούνε |
| Προστακτική | — | συνταυτίζου / συνταυτίσου | — | — | συνταυτίζεστε / συνταυτιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →