Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταυτίζομαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος συνταυτίζω Βικιλεξικό
    • Η μελέτη του τάφου, ο οποίος, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα κ. Μιχάλη Λεφαντζή, μέλος της ανασκαφικής ομάδας, «αποτελεί μόνο ένα μικρό τμήμα του τύμβου», είναι ακόμα αντικείμενο έρευνας. Πάντως θεωρεί ότι ο τάφος και ο τύμβος από άποψη οικοδομικής φάσης κατασκευής συνταυτίζονται. (*)
  2. έχω ή αποκτώ τα ίδια φερσίματα, ήθη, συνήθειες ή νοοτροπία με κάποιους άλλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνταυτίζομαισυνταυτίζεσαισυνταυτίζεταισυνταυτιζόμαστεσυνταυτίζεστεσυνταυτίζονται
Παρατατικόςσυνταυτιζόμουν / συνταυτιζόμουνασυνταυτιζόσουν / συνταυτιζόσουνασυνταυτιζόταν / συνταυτιζότανεσυνταυτιζόμασταν / συνταυτιζόμαστεσυνταυτιζόσασταν / συνταυτιζόσαστεσυνταυτίζονταν / συνταυτιζόντουσαν
Αόριστοςσυνταυτίστηκασυνταυτίστηκεςσυνταυτίστηκεσυνταυτιστήκαμεσυνταυτιστήκατεσυνταυτίστηκαν / συνταυτιστήκαν / συνταυτιστήκανε
Μέλλονταςθα συνταυτίζομαι / θα συνταυτιστώθα συνταυτίζεσαι / θα συνταυτιστείςθα συνταυτίζεται / θα συνταυτιστείθα συνταυτιζόμαστε / θα συνταυτιστούμεθα συνταυτίζεστε / θα συνταυτιστείτεθα συνταυτίζονται / θα συνταυτιστούν / θα συνταυτιστούνε
Παρακείμενοςέχω συνταυτιστείέχεις συνταυτιστείέχει συνταυτιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα συνταυτιστείείχες συνταυτιστείείχε συνταυτιστεί———
Υποτακτικήνα έχω συνταυτιστεί / να συνταυτίζομαι / να συνταυτιστώνα έχεις συνταυτιστεί / να συνταυτίζεσαι / να συνταυτιστείςνα έχει συνταυτιστεί / να συνταυτίζεται / να συνταυτιστείνα συνταυτιζόμαστε / να συνταυτιστούμενα συνταυτίζεστε / να συνταυτιστείτενα συνταυτίζονται / να συνταυτιστούν / να συνταυτιστούνε
Προστακτική—συνταυτίζου / συνταυτίσου——συνταυτίζεστε / συνταυτιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →