Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντελεστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου συμβάλλει στη συντέλεση, που συντελεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντελεστικός < ελληνιστική κοινή συντελεστικός < αρχαία ελληνική συντελέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντελεστικόςσυντελεστικήσυντελεστικό
Γενικήσυντελεστικούσυντελεστικήςσυντελεστικού
Αιτιατικήσυντελεστικόσυντελεστικήσυντελεστικό
Κλητικήσυντελεστικέσυντελεστικήσυντελεστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντελεστικοίσυντελεστικέςσυντελεστικά
Γενικήσυντελεστικώνσυντελεστικώνσυντελεστικών
Αιτιατικήσυντελεστικούςσυντελεστικέςσυντελεστικά
Κλητικήσυντελεστικοίσυντελεστικέςσυντελεστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →