Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντελώ

ρήμα
•
  1. συμβάλλω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντελώ < αρχαία ελληνική συντελέω / συντελῶ < σύν + τελέω / τελῶ < τέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel- (κινώ, στρίβω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυντελώσυντελείςσυντελείσυντελούμεσυντελείτεσυντελούν / συντελούνε
Παρατατικόςσυντελούσασυντελούσεςσυντελούσεσυντελούσαμεσυντελούσατεσυντελούσαν / συντελούσανε
Αόριστοςσυντέλεσασυντέλεσεςσυντέλεσεσυντελέσαμεσυντελέσατεσυντέλεσαν / συντελέσαν / συντελέσανε
Μέλλονταςθα συντελέσω / θα συντελώθα συντελέσεις / θα συντελείςθα συντελέσει / θα συντελείθα συντελέσουμε / θα συντελούμεθα συντελέσετε / θα συντελείτεθα συντελέσουν / θα συντελέσουνε / θα συντελούν / θα συντελούνε
Παρακείμενοςέχω συντελέσειέχεις συντελέσειέχει συντελέσειέχουμε συντελέσειέχετε συντελέσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συντελέσειείχες συντελέσειείχε συντελέσειείχαμε συντελέσει——
Υποτακτικήνα έχω συντελέσει / να συντελέσω / να συντελώνα έχεις συντελέσει / να συντελέσεις / να συντελείςνα έχει συντελέσει / να συντελέσει / να συντελείνα έχουμε συντελέσει / να συντελέσουμε / να συντελούμενα έχετε συντελέσει / να συντελέσετε / να συντελείτενα συντελέσουν / να συντελέσουνε / να συντελούν / να συντελούνε
Προστακτική—συντέλει / συντέλεσε——συντελέστε / συντελείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →