συντελώ
•
- συμβάλλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντελώ < αρχαία ελληνική συντελέω / συντελῶ < σύν + τελέω / τελῶ < τέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel- (κινώ, στρίβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συντελώ | συντελείς | συντελεί | συντελούμε | συντελείτε | συντελούν / συντελούνε |
| Παρατατικός | συντελούσα | συντελούσες | συντελούσε | συντελούσαμε | συντελούσατε | συντελούσαν / συντελούσανε |
| Αόριστος | συντέλεσα | συντέλεσες | συντέλεσε | συντελέσαμε | συντελέσατε | συντέλεσαν / συντελέσαν / συντελέσανε |
| Μέλλοντας | θα συντελέσω / θα συντελώ | θα συντελέσεις / θα συντελείς | θα συντελέσει / θα συντελεί | θα συντελέσουμε / θα συντελούμε | θα συντελέσετε / θα συντελείτε | θα συντελέσουν / θα συντελέσουνε / θα συντελούν / θα συντελούνε |
| Παρακείμενος | έχω συντελέσει | έχεις συντελέσει | έχει συντελέσει | έχουμε συντελέσει | έχετε συντελέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συντελέσει | είχες συντελέσει | είχε συντελέσει | είχαμε συντελέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συντελέσει / να συντελέσω / να συντελώ | να έχεις συντελέσει / να συντελέσεις / να συντελείς | να έχει συντελέσει / να συντελέσει / να συντελεί | να έχουμε συντελέσει / να συντελέσουμε / να συντελούμε | να έχετε συντελέσει / να συντελέσετε / να συντελείτε | να συντελέσουν / να συντελέσουνε / να συντελούν / να συντελούνε |
| Προστακτική | — | συντέλει / συντέλεσε | — | — | συντελέστε / συντελείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →