συντηρήτρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του συντηρητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντηρήτρια < συντηρη(τής) + κατάληξη θηλυκού -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντηρήτρια | συντηρήτριες |
| Γενική | συντηρήτριας | συντηρητριών |
| Αιτιατική | συντηρήτρια | συντηρήτριες |
| Κλητική | συντηρήτρια | συντηρήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →