Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντηρητής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που συντηρεί κάτι (ανελκυστήρες, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, έργα τέχνης κλπ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντηρητής < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική συντηρητής (που διασώζει) < συντηρῶ, συντηρη- + -τής, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conservateur

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυντηρητήςσυντηρητές
Γενικήσυντηρητήσυντηρητών
Αιτιατικήσυντηρητήσυντηρητές
Κλητικήσυντηρητήσυντηρητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →