συντομία
•
- η ιδιότητα του σύντομου, για ενέργεια σε σύντομο χρόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντομία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συντομία & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική brièveté Μορφολογικά αναλύεται σε σύντομ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντομία | συντομίες |
| Γενική | συντομίας | συντομιών |
| Αιτιατική | συντομία | συντομίες |
| Κλητική | συντομία | συντομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →