συντομεύω
•
- μεταβατικόμειώνω τη χρονική διάρκεια Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι πιο σύντομος Βικιλεξικό
- επισπεύδω κάτι ώστε να ολοκληρωθεί σύντομα Βικιλεξικό
- ο πρόεδρος ζήτησε από τον ομιλητή να συντομεύει
Ετυμολογία
συντομεύω < σύντομ(ος) + -εύω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική abrèger. Διαφορετική η ελληνιστική συντομεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συντομεύω | συντομεύεις | συντομεύει | συντομεύουμε | συντομεύετε | συντομεύουν / συντομεύουνε |
| Παρατατικός | συντόμευα | συντόμευες | συντόμευε | συντομεύαμε | συντομεύατε | συντομεύαν / συντομεύανε / συντόμευαν |
| Αόριστος | συντόμευσα | συντόμευσες | συντόμευσε | συντομεύσαμε | συντομεύσατε | συντομεύσαν / συντομεύσανε / συντόμευσαν |
| Μέλλοντας | θα συντομεύσω / θα συντομεύω | θα συντομεύεις / θα συντομεύσεις | θα συντομεύει / θα συντομεύσει | θα συντομεύουμε / θα συντομεύσουμε | θα συντομεύετε / θα συντομεύσετε | θα συντομεύουν / θα συντομεύουνε / θα συντομεύσουν / θα συντομεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συντομεύσει | έχεις συντομεύσει | έχει συντομεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συντομεύσει | είχες συντομεύσει | είχε συντομεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συντομεύσει / να συντομεύσω / να συντομεύω | να έχεις συντομεύσει / να συντομεύεις / να συντομεύσεις | να έχει συντομεύσει / να συντομεύει / να συντομεύσει | να συντομεύουμε / να συντομεύσουμε | να συντομεύετε / να συντομεύσετε | να συντομεύουν / να συντομεύουνε / να συντομεύσουν / να συντομεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε συντομευμένο / συντόμευε / συντόμευσε | — | — | συντομεύετε / συντομεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συντομεύτηκασυντομεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →