Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συντονισμό, αναφέρεται ή αποσκοπεί σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντονιστικός < συντονιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντονιστικόςσυντονιστικήσυντονιστικό
Γενικήσυντονιστικούσυντονιστικήςσυντονιστικού
Αιτιατικήσυντονιστικόσυντονιστικήσυντονιστικό
Κλητικήσυντονιστικέσυντονιστικήσυντονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντονιστικοίσυντονιστικέςσυντονιστικά
Γενικήσυντονιστικώνσυντονιστικώνσυντονιστικών
Αιτιατικήσυντονιστικούςσυντονιστικέςσυντονιστικά
Κλητικήσυντονιστικοίσυντονιστικέςσυντονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →