συντονιστικός
•
- που έχει σχέση με συντονισμό, αναφέρεται ή αποσκοπεί σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντονιστικός < συντονιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντονιστικός | συντονιστική | συντονιστικό |
| Γενική | συντονιστικού | συντονιστικής | συντονιστικού |
| Αιτιατική | συντονιστικό | συντονιστική | συντονιστικό |
| Κλητική | συντονιστικέ | συντονιστική | συντονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντονιστικοί | συντονιστικές | συντονιστικά |
| Γενική | συντονιστικών | συντονιστικών | συντονιστικών |
| Αιτιατική | συντονιστικούς | συντονιστικές | συντονιστικά |
| Κλητική | συντονιστικοί | συντονιστικές | συντονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →