συντοπίτης
•
- αυτός που κατάγεται από τον ίδιο τόπο με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντοπίτης < συν- + τόπος + -ίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντοπίτης | συντοπίτες |
| Γενική | συντοπίτη | συντοπιτών |
| Αιτιατική | συντοπίτη | συντοπίτες |
| Κλητική | συντοπίτη | συντοπίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →