συντροφεύω
•
- είμαι σύντροφος κάποιου, του κρατώ συντροφιά, τον ακολουθώ, του συμπαραστέκομαι Βικιλεξικό
- ακολουθώ μόνιμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντροφεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συντροφεύω < αρχαία ελληνική σύντροφ(ος) + -εύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συντροφεύω | συντροφεύεις | συντροφεύει | συντροφεύουμε | — | — |
| Παρατατικός | συντρόφευα | συντρόφευες | συντρόφευε | συντροφεύαμε | — | — |
| Αόριστος | συντρόφευσα / συντρόφεψα | συντρόφεψες | συντρόφεψε | συντροφέψαμε | συντροφέψατε | συντροφέψαν / συντροφέψανε / συντρόφεψαν |
| Μέλλοντας | θα συντροφέψω / θα συντροφεύω | θα συντροφέψεις / θα συντροφεύεις | θα συντροφέψει / θα συντροφεύει | θα συντροφέψουμε / θα συντροφεύουμε | θα συντροφέψετε | θα συντροφέψουν / θα συντροφέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω συντροφέψει | έχεις συντροφέψει | έχει συντροφέψει | έχουμε συντροφέψει | έχετε συντροφέψει | έχουν συντροφέψει |
| Υπερσυντέλικος | είχα συντροφέψει | είχες συντροφέψει | είχε συντροφέψει | είχαμε συντροφέψει | είχατε συντροφέψει | είχαν συντροφέψει |
| Υποτακτική | να έχω συντροφέψει / να συντροφέψω / να συντροφεύω | να έχεις συντροφέψει / να συντροφέψεις / να συντροφεύεις | να έχει συντροφέψει / να συντροφέψει / να συντροφεύει | να έχουμε συντροφέψει / να συντροφέψουμε / να συντροφεύουμε | να έχετε συντροφέψει / να συντροφέψετε | να έχουν συντροφέψει / να συντροφέψουν / να συντροφέψουνε |
| Προστακτική | — | συντρόφευε / συντρόφεψε | — | — | συντροφέψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συντροφεύθηκασυντροφεύτηκασυντροφεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →