Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντροφικός

/sin.dɾo.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σύντροφο ή τη συντροφιά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ο σύντροφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντροφικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συντροφικός < σύντροφ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντροφικόςσυντροφικήσυντροφικό
Γενικήσυντροφικούσυντροφικήςσυντροφικού
Αιτιατικήσυντροφικόσυντροφικήσυντροφικό
Κλητικήσυντροφικέσυντροφικήσυντροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντροφικοίσυντροφικέςσυντροφικά
Γενικήσυντροφικώνσυντροφικώνσυντροφικών
Αιτιατικήσυντροφικούςσυντροφικέςσυντροφικά
Κλητικήσυντροφικοίσυντροφικέςσυντροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →