συντυχαίνω
•
- λαϊκότροποσυναντώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντυχαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συντυχάνω < αρχαία ελληνική συντυγχάνω. Αναλύεται σε συν- + τυχαίνω
Άλλοι τύποι
σύντυχα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →