συνυπευθυνότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του συνυπεύθυνου· η από κοινού ευθύνη δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή παραγόντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυπευθυνότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συνυπευθυνότης + -ότητα. Συγχρονικά αναλύεται σε συνυπεύθυν(ος) + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνυπευθυνότητα | συνυπευθυνότητες |
| Γενική | συνυπευθυνότητας | συνυπευθυνοτήτων |
| Αιτιατική | συνυπευθυνότητα | συνυπευθυνότητες |
| Κλητική | συνυπευθυνότητα | συνυπευθυνότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →