Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνυπηρετώ

ρήμα
•
  1. υπηρετώ, εργάζομαι ή είμαι στρατιώτης (κατά της διάρκεια της στρατιωτικής μου θητεία) μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνυπηρετώ < αρχαία ελληνική συνυπηρετέω / συνυπηρετῶ < σύν + ὑπηρετέω / ὑπηρετῶ < ὑπό + ἐρέτης

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνυπηρετώσυνυπηρετείςσυνυπηρετείσυνυπηρετούμεσυνυπηρετείτεσυνυπηρετούν / συνυπηρετούνε
Παρατατικόςσυνυπηρετούσασυνυπηρετούσεςσυνυπηρετούσεσυνυπηρετούσαμεσυνυπηρετούσατεσυνυπηρετούσαν / συνυπηρετούσανε
Αόριστοςσυνυπηρέτησασυνυπηρέτησεςσυνυπηρέτησεσυνυπηρετήσαμεσυνυπηρετήσατεσυνυπηρέτησαν / συνυπηρετήσαν / συνυπηρετήσανε
Μέλλονταςθα συνυπηρετήσω / θα συνυπηρετώθα συνυπηρετήσεις / θα συνυπηρετείςθα συνυπηρετήσει / θα συνυπηρετείθα συνυπηρετήσουμε / θα συνυπηρετούμεθα συνυπηρετήσετε / θα συνυπηρετείτεθα συνυπηρετήσουν / θα συνυπηρετήσουνε / θα συνυπηρετούν / θα συνυπηρετούνε
Παρακείμενοςέχω συνυπηρετήσειέχεις συνυπηρετήσειέχει συνυπηρετήσειέχουμε συνυπηρετήσειέχετε συνυπηρετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνυπηρετήσειείχες συνυπηρετήσειείχε συνυπηρετήσειείχαμε συνυπηρετήσει——
Υποτακτικήνα έχω συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσω / να συνυπηρετώνα έχεις συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσεις / να συνυπηρετείςνα έχει συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσει / να συνυπηρετείνα έχουμε συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσουμε / να συνυπηρετούμενα έχετε συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσετε / να συνυπηρετείτενα συνυπηρετήσουν / να συνυπηρετήσουνε / να συνυπηρετούν / να συνυπηρετούνε
Προστακτική—συνυπηρέτει / συνυπηρέτησε——συνυπηρετήστε / συνυπηρετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →