συνυπηρετώ
•
- υπηρετώ, εργάζομαι ή είμαι στρατιώτης (κατά της διάρκεια της στρατιωτικής μου θητεία) μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυπηρετώ < αρχαία ελληνική συνυπηρετέω / συνυπηρετῶ < σύν + ὑπηρετέω / ὑπηρετῶ < ὑπό + ἐρέτης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνυπηρετώ | συνυπηρετείς | συνυπηρετεί | συνυπηρετούμε | συνυπηρετείτε | συνυπηρετούν / συνυπηρετούνε |
| Παρατατικός | συνυπηρετούσα | συνυπηρετούσες | συνυπηρετούσε | συνυπηρετούσαμε | συνυπηρετούσατε | συνυπηρετούσαν / συνυπηρετούσανε |
| Αόριστος | συνυπηρέτησα | συνυπηρέτησες | συνυπηρέτησε | συνυπηρετήσαμε | συνυπηρετήσατε | συνυπηρέτησαν / συνυπηρετήσαν / συνυπηρετήσανε |
| Μέλλοντας | θα συνυπηρετήσω / θα συνυπηρετώ | θα συνυπηρετήσεις / θα συνυπηρετείς | θα συνυπηρετήσει / θα συνυπηρετεί | θα συνυπηρετήσουμε / θα συνυπηρετούμε | θα συνυπηρετήσετε / θα συνυπηρετείτε | θα συνυπηρετήσουν / θα συνυπηρετήσουνε / θα συνυπηρετούν / θα συνυπηρετούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνυπηρετήσει | έχεις συνυπηρετήσει | έχει συνυπηρετήσει | έχουμε συνυπηρετήσει | έχετε συνυπηρετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνυπηρετήσει | είχες συνυπηρετήσει | είχε συνυπηρετήσει | είχαμε συνυπηρετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσω / να συνυπηρετώ | να έχεις συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσεις / να συνυπηρετείς | να έχει συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσει / να συνυπηρετεί | να έχουμε συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσουμε / να συνυπηρετούμε | να έχετε συνυπηρετήσει / να συνυπηρετήσετε / να συνυπηρετείτε | να συνυπηρετήσουν / να συνυπηρετήσουνε / να συνυπηρετούν / να συνυπηρετούνε |
| Προστακτική | — | συνυπηρέτει / συνυπηρέτησε | — | — | συνυπηρετήστε / συνυπηρετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →