Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνυπογραφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνυπογράφω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνυπογραφή < συνυπογράφω + -ή < ελληνιστική κοινή συνυπογράφω < αρχαία ελληνική ὑπογράφω < γράφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνυπογραφήσυνυπογραφές
Γενικήσυνυπογραφήςσυνυπογραφών
Αιτιατικήσυνυπογραφήσυνυπογραφές
Κλητικήσυνυπογραφήσυνυπογραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →