Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνυπολογίζω

ρήμα
•
  1. υπολογίζω κάτι μαζί με κάτι άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνυπολογίζω < συν- + υπολογίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνυπολογίζωσυνυπολογίζειςσυνυπολογίζεισυνυπολογίζουμεσυνυπολογίζετεσυνυπολογίζουν / συνυπολογίζουνε
Παρατατικόςσυνυπολόγιζασυνυπολόγιζεςσυνυπολόγιζεσυνυπολογίζαμεσυνυπολογίζατεσυνυπολογίζαν / συνυπολογίζανε / συνυπολόγιζαν
Αόριστοςσυνυπολόγισασυνυπολόγισεςσυνυπολόγισεσυνυπολογίσαμεσυνυπολογίσατεσυνυπολογίσαν / συνυπολογίσανε / συνυπολόγισαν
Μέλλονταςθα συνυπολογίζω / θα συνυπολογίσωθα συνυπολογίζεις / θα συνυπολογίσειςθα συνυπολογίζει / θα συνυπολογίσειθα συνυπολογίζουμε / θα συνυπολογίσουμεθα συνυπολογίζετε / θα συνυπολογίσετεθα συνυπολογίζουν / θα συνυπολογίζουνε / θα συνυπολογίσουν / θα συνυπολογίσουνε
Παρακείμενοςέχω συνυπολογίσειέχεις συνυπολογίσειέχει συνυπολογίσειέχουμε συνυπολογίσειέχετε συνυπολογίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνυπολογίσειείχες συνυπολογίσειείχε συνυπολογίσειείχαμε συνυπολογίσει——
Υποτακτικήνα έχω συνυπολογίσει / να συνυπολογίζω / να συνυπολογίσωνα έχεις συνυπολογίσει / να συνυπολογίζεις / να συνυπολογίσειςνα έχει συνυπολογίσει / να συνυπολογίζει / να συνυπολογίσεινα έχουμε συνυπολογίσει / να συνυπολογίζουμε / να συνυπολογίσουμενα έχετε συνυπολογίσει / να συνυπολογίζετε / να συνυπολογίσετενα συνυπολογίζουν / να συνυπολογίζουνε / να συνυπολογίσουν / να συνυπολογίσουνε
Προστακτική—συνυπολόγιζε / συνυπολόγισε——συνυπολογίζετε / συνυπολογίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →