συνυπολογίζω
•
- υπολογίζω κάτι μαζί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυπολογίζω < συν- + υπολογίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνυπολογίζω | συνυπολογίζεις | συνυπολογίζει | συνυπολογίζουμε | συνυπολογίζετε | συνυπολογίζουν / συνυπολογίζουνε |
| Παρατατικός | συνυπολόγιζα | συνυπολόγιζες | συνυπολόγιζε | συνυπολογίζαμε | συνυπολογίζατε | συνυπολογίζαν / συνυπολογίζανε / συνυπολόγιζαν |
| Αόριστος | συνυπολόγισα | συνυπολόγισες | συνυπολόγισε | συνυπολογίσαμε | συνυπολογίσατε | συνυπολογίσαν / συνυπολογίσανε / συνυπολόγισαν |
| Μέλλοντας | θα συνυπολογίζω / θα συνυπολογίσω | θα συνυπολογίζεις / θα συνυπολογίσεις | θα συνυπολογίζει / θα συνυπολογίσει | θα συνυπολογίζουμε / θα συνυπολογίσουμε | θα συνυπολογίζετε / θα συνυπολογίσετε | θα συνυπολογίζουν / θα συνυπολογίζουνε / θα συνυπολογίσουν / θα συνυπολογίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνυπολογίσει | έχεις συνυπολογίσει | έχει συνυπολογίσει | έχουμε συνυπολογίσει | έχετε συνυπολογίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνυπολογίσει | είχες συνυπολογίσει | είχε συνυπολογίσει | είχαμε συνυπολογίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνυπολογίσει / να συνυπολογίζω / να συνυπολογίσω | να έχεις συνυπολογίσει / να συνυπολογίζεις / να συνυπολογίσεις | να έχει συνυπολογίσει / να συνυπολογίζει / να συνυπολογίσει | να έχουμε συνυπολογίσει / να συνυπολογίζουμε / να συνυπολογίσουμε | να έχετε συνυπολογίσει / να συνυπολογίζετε / να συνυπολογίσετε | να συνυπολογίζουν / να συνυπολογίζουνε / να συνυπολογίσουν / να συνυπολογίσουνε |
| Προστακτική | — | συνυπολόγιζε / συνυπολόγισε | — | — | συνυπολογίζετε / συνυπολογίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →