συνυπολογισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνυπολογίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυπολογισμός < συνυπολογίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνυπολογισμός | συνυπολογισμοί |
| Γενική | συνυπολογισμού | συνυπολογισμών |
| Αιτιατική | συνυπολογισμό | συνυπολογισμούς |
| Κλητική | συνυπολογισμέ | συνυπολογισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →