συνωθούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος συνωθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνωθούμαι | συνωθείσαι | συνωθείται | συνωθούμαστε | συνωθείστε | συνωθούνται |
| Παρατατικός | συνωθούμουν | συνωθούσουν | συνωθούνταν | συνωθούμασταν / συνωθούμαστε | συνωθούσασταν / συνωθούσαστε | συνωθούνταν |
| Αόριστος | συνωθήθηκα | συνωθήθηκες | συνωθήθηκε | συνωθηθήκαμε | συνωθηθήκατε | συνωθήθηκαν / συνωθηθήκαν / συνωθηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνωθηθώ / θα συνωθούμαι | θα συνωθείσαι / θα συνωθηθείς | θα συνωθείται / θα συνωθηθεί | θα συνωθηθούμε / θα συνωθούμαστε | θα συνωθείστε / θα συνωθηθείτε | θα συνωθηθούν / θα συνωθηθούνε / θα συνωθούνται |
| Παρακείμενος | έχω συνωθηθεί | έχεις συνωθηθεί | έχει συνωθηθεί | έχουμε συνωθηθεί | έχετε συνωθηθεί | έχουν συνωθηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνωθηθεί | είχες συνωθηθεί | είχε συνωθηθεί | είχαμε συνωθηθεί | είχατε συνωθηθεί | είχαν συνωθηθεί |
| Υποτακτική | να έχω συνωθηθεί / να συνωθηθώ / να συνωθούμαι | να έχεις συνωθηθεί / να συνωθείσαι / να συνωθηθείς | να έχει συνωθηθεί / να συνωθείται / να συνωθηθεί | να έχουμε συνωθηθεί / να συνωθηθούμε / να συνωθούμαστε | να έχετε συνωθηθεί / να συνωθείστε / να συνωθηθείτε | να έχουν συνωθηθεί / να συνωθηθούν / να συνωθηθούνε / να συνωθούνται |
| Προστακτική | — | συνωθήσου | — | — | συνωθείστε / συνωθηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →