συνωθώ
•
- σπρώχνω Βικιλεξικό
- συμπιέζω Βικιλεξικό
- στριμώχνω Βικιλεξικό
- Το τρένο φτάνει στον σταθμό. Ανοίγουν οι πόρτες και ο κόσμος συνωθείται σαν μελίσσι μπροστά τους.
Ετυμολογία
συνωθώ < αρχαία ελληνική συνωθέω < ὠθέω / ὠθῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + ωθώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνωθώ | συνωθείς | συνωθεί | συνωθούμε | συνωθείτε | συνωθούν / συνωθούνε |
| Παρατατικός | συνωθούσα | συνωθούσες | συνωθούσε | συνωθούσαμε | συνωθούσατε | συνωθούσαν / συνωθούσανε |
| Αόριστος | συνώθησα | συνώθησες | συνώθησε | συνωθήσαμε | συνωθήσατε | συνωθήσαν / συνωθήσανε / συνώθησαν |
| Μέλλοντας | θα συνωθήσω / θα συνωθώ | θα συνωθήσεις / θα συνωθείς | θα συνωθήσει / θα συνωθεί | θα συνωθήσουμε / θα συνωθούμε | θα συνωθήσετε / θα συνωθείτε | θα συνωθήσουν / θα συνωθήσουνε / θα συνωθούν / θα συνωθούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνωθήσει | έχεις συνωθήσει | έχει συνωθήσει | έχουμε συνωθήσει | έχετε συνωθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνωθήσει | είχες συνωθήσει | είχε συνωθήσει | είχαμε συνωθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνωθήσει / να συνωθήσω / να συνωθώ | να έχεις συνωθήσει / να συνωθήσεις / να συνωθείς | να έχει συνωθήσει / να συνωθήσει / να συνωθεί | να έχουμε συνωθήσει / να συνωθήσουμε / να συνωθούμε | να έχετε συνωθήσει / να συνωθήσετε / να συνωθείτε | να συνωθήσουν / να συνωθήσουνε / να συνωθούν / να συνωθούνε |
| Προστακτική | — | συνώθει / συνώθησε | — | — | συνωθήστε / συνωθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →