Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνωθώ

/si.noˈθo/ρήμα
•
  1. σπρώχνω Βικιλεξικό
  2. συμπιέζω Βικιλεξικό
  3. στριμώχνω Βικιλεξικό
    • Το τρένο φτάνει στον σταθμό. Ανοίγουν οι πόρτες και ο κόσμος συνωθείται σαν μελίσσι μπροστά τους.

Ετυμολογία

συνωθώ < αρχαία ελληνική συνωθέω < ὠθέω / ὠθῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + ωθώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνωθώσυνωθείςσυνωθείσυνωθούμεσυνωθείτεσυνωθούν / συνωθούνε
Παρατατικόςσυνωθούσασυνωθούσεςσυνωθούσεσυνωθούσαμεσυνωθούσατεσυνωθούσαν / συνωθούσανε
Αόριστοςσυνώθησασυνώθησεςσυνώθησεσυνωθήσαμεσυνωθήσατεσυνωθήσαν / συνωθήσανε / συνώθησαν
Μέλλονταςθα συνωθήσω / θα συνωθώθα συνωθήσεις / θα συνωθείςθα συνωθήσει / θα συνωθείθα συνωθήσουμε / θα συνωθούμεθα συνωθήσετε / θα συνωθείτεθα συνωθήσουν / θα συνωθήσουνε / θα συνωθούν / θα συνωθούνε
Παρακείμενοςέχω συνωθήσειέχεις συνωθήσειέχει συνωθήσειέχουμε συνωθήσειέχετε συνωθήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνωθήσειείχες συνωθήσειείχε συνωθήσειείχαμε συνωθήσει——
Υποτακτικήνα έχω συνωθήσει / να συνωθήσω / να συνωθώνα έχεις συνωθήσει / να συνωθήσεις / να συνωθείςνα έχει συνωθήσει / να συνωθήσει / να συνωθείνα έχουμε συνωθήσει / να συνωθήσουμε / να συνωθούμενα έχετε συνωθήσει / να συνωθήσετε / να συνωθείτενα συνωθήσουν / να συνωθήσουνε / να συνωθούν / να συνωθούνε
Προστακτική—συνώθει / συνώθησε——συνωθήστε / συνωθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →