συνωμοσιολογικός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με τη συνωμοσιολογία ή τον συνωμοσιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνωμοσιολογικός (νεολογισμός) < συνωμοσιολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνωμοσιολογικός | συνωμοσιολογική | συνωμοσιολογικό |
| Γενική | συνωμοσιολογικού | συνωμοσιολογικής | συνωμοσιολογικού |
| Αιτιατική | συνωμοσιολογικό | συνωμοσιολογική | συνωμοσιολογικό |
| Κλητική | συνωμοσιολογικέ | συνωμοσιολογική | συνωμοσιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνωμοσιολογικοί | συνωμοσιολογικές | συνωμοσιολογικά |
| Γενική | συνωμοσιολογικών | συνωμοσιολογικών | συνωμοσιολογικών |
| Αιτιατική | συνωμοσιολογικούς | συνωμοσιολογικές | συνωμοσιολογικά |
| Κλητική | συνωμοσιολογικοί | συνωμοσιολογικές | συνωμοσιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →