Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνωμοσιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με τη συνωμοσιολογία ή τον συνωμοσιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνωμοσιολογικός (νεολογισμός) < συνωμοσιολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνωμοσιολογικόςσυνωμοσιολογικήσυνωμοσιολογικό
Γενικήσυνωμοσιολογικούσυνωμοσιολογικήςσυνωμοσιολογικού
Αιτιατικήσυνωμοσιολογικόσυνωμοσιολογικήσυνωμοσιολογικό
Κλητικήσυνωμοσιολογικέσυνωμοσιολογικήσυνωμοσιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνωμοσιολογικοίσυνωμοσιολογικέςσυνωμοσιολογικά
Γενικήσυνωμοσιολογικώνσυνωμοσιολογικώνσυνωμοσιολογικών
Αιτιατικήσυνωμοσιολογικούςσυνωμοσιολογικέςσυνωμοσιολογικά
Κλητικήσυνωμοσιολογικοίσυνωμοσιολογικέςσυνωμοσιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →