Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνωνυμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συνώνυμο ή συνωνυμία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνωνυμικός < συνώνυμος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνωνυμικόςσυνωνυμικήσυνωνυμικό
Γενικήσυνωνυμικούσυνωνυμικήςσυνωνυμικού
Αιτιατικήσυνωνυμικόσυνωνυμικήσυνωνυμικό
Κλητικήσυνωνυμικέσυνωνυμικήσυνωνυμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνωνυμικοίσυνωνυμικέςσυνωνυμικά
Γενικήσυνωνυμικώνσυνωνυμικώνσυνωνυμικών
Αιτιατικήσυνωνυμικούςσυνωνυμικέςσυνωνυμικά
Κλητικήσυνωνυμικοίσυνωνυμικέςσυνωνυμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →