συνωνυμικός
•
- που έχει σχέση με συνώνυμο ή συνωνυμία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνωνυμικός < συνώνυμος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνωνυμικός | συνωνυμική | συνωνυμικό |
| Γενική | συνωνυμικού | συνωνυμικής | συνωνυμικού |
| Αιτιατική | συνωνυμικό | συνωνυμική | συνωνυμικό |
| Κλητική | συνωνυμικέ | συνωνυμική | συνωνυμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνωνυμικοί | συνωνυμικές | συνωνυμικά |
| Γενική | συνωνυμικών | συνωνυμικών | συνωνυμικών |
| Αιτιατική | συνωνυμικούς | συνωνυμικές | συνωνυμικά |
| Κλητική | συνωνυμικοί | συνωνυμικές | συνωνυμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →