συνύφανση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συνυφαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνύφανση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συνυφαίνω < σύν + ὑφαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *webʰ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνύφανση | συνυφάνσεις |
| Γενική | συνύφανσης | συνυφάνσεων |
| Αιτιατική | συνύφανση | συνυφάνσεις |
| Κλητική | συνύφανση | συνυφάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →