συνώνυμο
•
- γραμματικήλέξη, που έχει την ίδια σημασία με μια άλλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνώνυμο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συνώνυμον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συνώνυμος < αρχαία ελληνική «τὰ συνώνυμα» < επίθετο συνώνυμος. Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + -ώνυμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνώνυμο | συνώνυμα |
| Γενική | συνωνύμου / συνώνυμου | συνωνύμων / συνώνυμων |
| Αιτιατική | συνώνυμο | συνώνυμα |
| Κλητική | συνώνυμο | συνώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →