συρίζω
•
- σφυρίζω Βικιλεξικό
- παράγω οξύ συριστικό ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συρίζω (ηχομιμητικό)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συρίζω | συρίζεις | συρίζει | συρίζουμε | συρίζετε | συρίζουν / συρίζουνε |
| Παρατατικός | σύριζα | σύριζες | σύριζε | συρίζαμε | συρίζατε | συρίζαν / συρίζανε / σύριζαν |
| Αόριστος | σύρισα | σύρισες | σύρισε | συρίσαμε | συρίσατε | συρίσαν / συρίσανε / σύρισαν |
| Μέλλοντας | θα συρίζω / θα συρίσω | θα συρίζεις / θα συρίσεις | θα συρίζει / θα συρίσει | θα συρίζουμε / θα συρίσουμε | θα συρίζετε / θα συρίσετε | θα συρίζουν / θα συρίζουνε / θα συρίσουν / θα συρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συρίσει | έχεις συρίσει | έχει συρίσει | έχουμε συρίσει | έχετε συρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συρίσει | είχες συρίσει | είχε συρίσει | είχαμε συρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συρίσει / να συρίζω / να συρίσω | να έχεις συρίσει / να συρίζεις / να συρίσεις | να έχει συρίσει / να συρίζει / να συρίσει | να έχουμε συρίσει / να συρίζουμε / να συρίσουμε | να έχετε συρίσει / να συρίζετε / να συρίσετε | να συρίζουν / να συρίζουνε / να συρίσουν / να συρίσουνε |
| Προστακτική | — | σύριζε / σύρισε | — | — | συρίζετε / συρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →