Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συριανά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ιδίωμα των Συριανών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συριανά < συριανός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

συριανά

επίρρημα
•
  1. με τον τρόπο των Συριανών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συριανά < συριανός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →