Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ακούγεται σαν συριγμός Βικιλεξικό
  2. στον όρο συριστικά σύμφωνα: το σ και το ζ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συριστικός < συρίζω + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sifflante ή αγγλική sibilant

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυριστικόςσυριστικήσυριστικό
Γενικήσυριστικούσυριστικήςσυριστικού
Αιτιατικήσυριστικόσυριστικήσυριστικό
Κλητικήσυριστικέσυριστικήσυριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυριστικοίσυριστικέςσυριστικά
Γενικήσυριστικώνσυριστικώνσυριστικών
Αιτιατικήσυριστικούςσυριστικέςσυριστικά
Κλητικήσυριστικοίσυριστικέςσυριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →