συριστικός
•
- που ακούγεται σαν συριγμός Βικιλεξικό
- στον όρο συριστικά σύμφωνα: το σ και το ζ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συριστικός < συρίζω + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sifflante ή αγγλική sibilant
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συριστικός | συριστική | συριστικό |
| Γενική | συριστικού | συριστικής | συριστικού |
| Αιτιατική | συριστικό | συριστική | συριστικό |
| Κλητική | συριστικέ | συριστική | συριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συριστικοί | συριστικές | συριστικά |
| Γενική | συριστικών | συριστικών | συριστικών |
| Αιτιατική | συριστικούς | συριστικές | συριστικά |
| Κλητική | συριστικοί | συριστικές | συριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →