Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συρμή

/siɾˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνώνυμο του νεροσυρμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συρμή < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή συρμή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυρμήσυρμές
Γενικήσυρμήςσυρμών
Αιτιατικήσυρμήσυρμές
Κλητικήσυρμήσυρμές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →