συρματουργείο
•
- συνώνυμο του συρματοποιείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συρματουργείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συρματουργ(εῖον) + -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε σύρμα, συρματ- + -ουργείο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συρματουργείο | συρματουργεία |
| Γενική | συρματουργείου | συρματουργείων |
| Αιτιατική | συρματουργείο | συρματουργεία |
| Κλητική | συρματουργείο | συρματουργεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →