Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συρματουργείο

/siɾ.ma.tuɾˈʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνώνυμο του συρματοποιείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συρματουργείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συρματουργ(εῖον) + -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε σύρμα, συρματ- + -ουργείο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυρματουργείοσυρματουργεία
Γενικήσυρματουργείουσυρματουργείων
Αιτιατικήσυρματουργείοσυρματουργεία
Κλητικήσυρματουργείοσυρματουργεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →