Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συρματουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συρματουργό ή συρματουργία ή αναφέρεται σ’ αυτόά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συρματουργικός < συρματουργός / συρματουργία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυρματουργικόςσυρματουργικήσυρματουργικό
Γενικήσυρματουργικούσυρματουργικήςσυρματουργικού
Αιτιατικήσυρματουργικόσυρματουργικήσυρματουργικό
Κλητικήσυρματουργικέσυρματουργικήσυρματουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυρματουργικοίσυρματουργικέςσυρματουργικά
Γενικήσυρματουργικώνσυρματουργικώνσυρματουργικών
Αιτιατικήσυρματουργικούςσυρματουργικέςσυρματουργικά
Κλητικήσυρματουργικοίσυρματουργικέςσυρματουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →