συρματουργικός
•
- που έχει σχέση με συρματουργό ή συρματουργία ή αναφέρεται σ’ αυτόά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συρματουργικός < συρματουργός / συρματουργία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συρματουργικός | συρματουργική | συρματουργικό |
| Γενική | συρματουργικού | συρματουργικής | συρματουργικού |
| Αιτιατική | συρματουργικό | συρματουργική | συρματουργικό |
| Κλητική | συρματουργικέ | συρματουργική | συρματουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συρματουργικοί | συρματουργικές | συρματουργικά |
| Γενική | συρματουργικών | συρματουργικών | συρματουργικών |
| Αιτιατική | συρματουργικούς | συρματουργικές | συρματουργικά |
| Κλητική | συρματουργικοί | συρματουργικές | συρματουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →