συρμός
•
- το τρένο, η μηχανή μαζί με τα βαγόνια Βικιλεξικό
- το φορτηγό, που είναι οχήματα συνδεδεμένα μεταξύ τους και κινούνται ως μία μονάδα Βικιλεξικό
- αντίθετο: ημιρυμουλκούμενο (επικαθήμενο)
- παρωχημένοη μόδα Βικιλεξικό
- 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
- Ενδύματα του τελευταίου συρμού των Παρισίων. (περιοδικό Ευτέρπη, Αθήνα, 1847)
Ετυμολογία
συρμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συρμός < σύρω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική train
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συρμός | συρμοί |
| Γενική | συρμού | συρμών |
| Αιτιατική | συρμό | συρμούς |
| Κλητική | συρμέ | συρμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →