συρρικνωμένος
•
- που έχει συρρικνωθεί Βικιλεξικό
- Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
συρρικνωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συρρικνώνω
Άλλοι τύποι
συρρικνωμένασυρρικνωμένεσυρρικνωμένεςσυρρικνωμένησυρρικνωμένηςσυρρικνωμένοσυρρικνωμένοισυρρικνωμένοςσυρρικνωμένουσυρρικνωμένουςσυρρικνωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →