συσκευή
•
- κατασκευή που αποτελείται από διάφορα επιμέρους εξαρτήματα ή μηχανισμούς και εκτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία ή εργασία Βικιλεξικό
- πληροφορικήdevice: είναι ηλεκτρονική κατασκευή, που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) και την κεντρική μνήμη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή και παρέχει ή δέχεται δεδομένα Βικιλεξικό
- Διακρίνονται σε συσκευές εισόδου, εξόδου, εισόδου και εξόδου και περιφερειακές συσκευές
Ετυμολογία
συσκευή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συσκευή < σύν (συ-) + αρχαία ελληνική σκευή (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική appareil)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συσκευή | συσκευές |
| Γενική | συσκευής | συσκευών |
| Αιτιατική | συσκευή | συσκευές |
| Κλητική | συσκευή | συσκευές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →