Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσσυγγραφέας

/si.siŋ.ɡɾaˈfe.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που συγγράφει ένα βιβλίο από κοινού με άλλον συγγραφέα Βικιλεξικό
    • Είναι συγγραφέας της βιογραφίας του Κεμπεκιανού διαφημιστή Ζακ Μπουσάρ και συσσυγγραφέας ενός βιβλίου για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε επιχειρήσεις.
  2. γενικότερααυτός που συμμετέχει στην παραγωγή οποιουδήποτε έργου, συνεργαζόμενος με έναν ή περισσότερους άλλους Βικιλεξικό
    • Ο Jonathan Mayer, συσσυγγραφέας της μελέτης του Πανεπιστημίου του Stanford εξήγησε ότι: “Δεν περιμέναμε ότι θα βρούμε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Κάναμε λάθος. Βρήκαμε ότι τα μεταδεδομένα των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων αποτελούν δίχως αμφιβολία ευαίσθητα δεδομένα, ακόμη και για ένα μικρό δείγμα του πληθυσμού σε ένα μικρό χρονικό διάστημα αναφοράς.
    • «Η νευροπάθεια μικρών ινών έχει μια πολύ ισχυρή σχέση με καρδιακές παθήσεις και καρδιακές προσβολές», δήλωσε ο δρ Christopher Klein, καθηγητής Νευρολογίας στην κλινική Mayo και συσσυγγραφέας της μελέτης.
    • «Οι γιατροί, και ειδικά οι νευρολόγοι, έχουν μεγαλύτερη επίγνωση αυτής της πάθησης απ’ ό,τι πριν από 10 χρόνια. Ωστόσο, συχνά ξεχνούν να ρωτήσουν γι’ αυτά τα συμπτώματα, επομένως οι ασθενείς πρέπει οπωσδήποτε να τους ενημερώνουν από μόνοι τους», είπε ο δρ Brian Callaghan, συσσυγγραφέας της μελέτης του «Neurology».
    • συμμελετητής

Ετυμολογία

συσσυγγραφέας < συσ- + συγγραφέας, κατά ξένους όρους όπως γαλλική coauteur, αγγλική coauthor, γερμανική Koautor, πορτογαλική coautor κτλ.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυσσυγγραφέαςσυσσυγγραφείς
Γενικήσυσσυγγραφέα / συσσυγγραφέωςσυσσυγγραφέων
Αιτιατικήσυσσυγγραφέασυσσυγγραφείς
Κλητικήσυσσυγγραφέασυσσυγγραφείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →