Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσσωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συσσωμάτωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσσωματικός < συσσωματώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσσωματικόςσυσσωματικήσυσσωματικό
Γενικήσυσσωματικούσυσσωματικήςσυσσωματικού
Αιτιατικήσυσσωματικόσυσσωματικήσυσσωματικό
Κλητικήσυσσωματικέσυσσωματικήσυσσωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσσωματικοίσυσσωματικέςσυσσωματικά
Γενικήσυσσωματικώνσυσσωματικώνσυσσωματικών
Αιτιατικήσυσσωματικούςσυσσωματικέςσυσσωματικά
Κλητικήσυσσωματικοίσυσσωματικέςσυσσωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →