συσσωματικός
•
- που έχει σχέση με συσσωμάτωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσσωματικός < συσσωματώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συσσωματικός | συσσωματική | συσσωματικό |
| Γενική | συσσωματικού | συσσωματικής | συσσωματικού |
| Αιτιατική | συσσωματικό | συσσωματική | συσσωματικό |
| Κλητική | συσσωματικέ | συσσωματική | συσσωματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συσσωματικοί | συσσωματικές | συσσωματικά |
| Γενική | συσσωματικών | συσσωματικών | συσσωματικών |
| Αιτιατική | συσσωματικούς | συσσωματικές | συσσωματικά |
| Κλητική | συσσωματικοί | συσσωματικές | συσσωματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →