συσσωρευτής
•
- μηχανολογία: οποιαδήποτε συσκευή που αποταμιεύει ενέργεια, όπως π.χ. ηλεκτρική, χημική, θερμική ενέργεια, προκειμένου να την αποδώσει αργότερα. λαμβάνοντας ανάλογα επιπρόσθετο χαρακτηρισμό ή σύνθετη ονομασία Βικιλεξικό
- ηλεκτροτεχνίασυνηθισμένη ονομασία για τον ηλεκτροσυσσωρευτή, κοινώς μπαταρία. Βικιλεξικό
- πληροφορικήονομασία καταχωρητή που βρίσκεται στην κεντρική μονάδα επεξεργασίας των περισσότερων επεξεργαστών και χρησιμοποιείται σαν κύριο αποθηκευτικό μέσο για προσωρινές μεταφορές στις εντολές μίας πράξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσσωρευτής < συσσωρεύω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συσσωρευτής | συσσωρευτές |
| Γενική | συσσωρευτή | συσσωρευτών |
| Αιτιατική | συσσωρευτή | συσσωρευτές |
| Κλητική | συσσωρευτή | συσσωρευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →