Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσσωρευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με συσσώρευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι αποτέλεσμά της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσσωρευτικός < συσσωρεύω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cumulative)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσσωρευτικόςσυσσωρευτικήσυσσωρευτικό
Γενικήσυσσωρευτικούσυσσωρευτικήςσυσσωρευτικού
Αιτιατικήσυσσωρευτικόσυσσωρευτικήσυσσωρευτικό
Κλητικήσυσσωρευτικέσυσσωρευτικήσυσσωρευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσσωρευτικοίσυσσωρευτικέςσυσσωρευτικά
Γενικήσυσσωρευτικώνσυσσωρευτικώνσυσσωρευτικών
Αιτιατικήσυσσωρευτικούςσυσσωρευτικέςσυσσωρευτικά
Κλητικήσυσσωρευτικοίσυσσωρευτικέςσυσσωρευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →