συσσωρευτικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με συσσώρευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι αποτέλεσμά της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσσωρευτικός < συσσωρεύω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cumulative)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συσσωρευτικός | συσσωρευτική | συσσωρευτικό |
| Γενική | συσσωρευτικού | συσσωρευτικής | συσσωρευτικού |
| Αιτιατική | συσσωρευτικό | συσσωρευτική | συσσωρευτικό |
| Κλητική | συσσωρευτικέ | συσσωρευτική | συσσωρευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συσσωρευτικοί | συσσωρευτικές | συσσωρευτικά |
| Γενική | συσσωρευτικών | συσσωρευτικών | συσσωρευτικών |
| Αιτιατική | συσσωρευτικούς | συσσωρευτικές | συσσωρευτικά |
| Κλητική | συσσωρευτικοί | συσσωρευτικές | συσσωρευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →