συστήνομαι
•
- με συστήνουν Βικιλεξικό
- συστήνω τον εαυτό μου, παρουσιάζω τον εαυτό μου και λέω το όνομά μου σε κάποιον που γνωρίζω για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- ιδρύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστήνομαι < παθητική φωνή του ρήματος συστήνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συστήνομαι | συστήνεσαι | συστήνεται | συστηνόμαστε | συστήνεστε | συστήνονται |
| Παρατατικός | συστηνόμουν / συστηνόμουνα | συστηνόσουν / συστηνόσουνα | συστηνόταν / συστηνότανε | συστηνόμασταν / συστηνόμαστε | συστηνόσασταν / συστηνόσαστε | συστηνόντουσαν / συστήνονταν |
| Αόριστος | συστήθηκα / συστάθηκα | συστήθηκες / συστάθηκες | συστήθηκε / συστάθηκε | συστηθήκαμε / συσταθήκαμε | συστηθήκατε / συσταθήκατε | συστηθήκαν / συστηθήκανε / συστήθηκαν / συστάθηκαν / συσταθήκαν / συσταθήκανε |
| Μέλλοντας | θα συστηθώ / θα συστήνομαι / θα συσταθώ | θα συστηθείς / θα συστήνεσαι / θα συσταθείς | θα συστηθεί / θα συστήνεται / θα συσταθεί | θα συστηθούμε / θα συστηνόμαστε / θα συσταθούμε | θα συστηθείτε / θα συστήνεστε / θα συσταθείτε | θα συστηθούν / θα συστηθούνε / θα συστήνονται / θα συσταθούνε / θα συσταθούν |
| Παρακείμενος | έχω συστηθεί / έχω συσταθεί | έχεις συστηθεί / έχεις συσταθεί | έχει συστηθεί / έχει συσταθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συστηθεί / είχα συσταθεί | είχες συστηθεί / είχες συσταθεί | είχε συστηθεί / είχε συσταθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να συστηθώ / να συστήνομαι / να έχω συστηθεί / να έχω συσταθεί / να συσταθώ | να συστηθείς / να έχεις συστηθεί / να συστήνεσαι / να έχεις συσταθεί / να συσταθείς | να συστηθεί / να συστήνεται / να έχει συστηθεί / να συσταθεί / να έχει συσταθεί | να συστηθούμε / να συστηνόμαστε / να συσταθούμε | να συστηθείτε / να συστήνεστε / να συσταθείτε | να συστηθούν / να συστηθούνε / να συστήνονται / να συσταθούνε / να συσταθούν |
| Προστακτική | — | συστήνου / συστήσου / συστάσου | — | — | συστηθείτε / συστήνεστε / συσταθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →