συσταλτικότητα
•
- σπάνιοη ιδιότητα του συσταλτικού, που έχει την ιδιότητα να συστέλλεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσταλτικότητα < συσταλτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συσταλτικότητα | συσταλτικότητες |
| Γενική | συσταλτικότητας | συσταλτικοτήτων |
| Αιτιατική | συσταλτικότητα | συσταλτικότητες |
| Κλητική | συσταλτικότητα | συσταλτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →