συστεγάζω
•
- σπάνιοενεργητική φωνή τού συστεγάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστεγάζω < αρχαία ελληνική συστεγάζω < στεγάζω < στέγη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συστεγάζω | συστεγάζεις | συστεγάζει | συστεγάζουμε | συστεγάζετε | συστεγάζουν / συστεγάζουνε |
| Παρατατικός | συστέγαζα | συστέγαζες | συστέγαζε | συστεγάζαμε | συστεγάζατε | συστέγαζαν / συστεγάζαν / συστεγάζανε |
| Αόριστος | συστέγασα | συστέγασες | συστέγασε | συστεγάσαμε | συστεγάσατε | συστέγασαν / συστεγάσαν / συστεγάσανε |
| Μέλλοντας | θα συστεγάζω / θα συστεγάσω | θα συστεγάζεις / θα συστεγάσεις | θα συστεγάζει / θα συστεγάσει | θα συστεγάζουμε / θα συστεγάσουμε | θα συστεγάζετε / θα συστεγάσετε | θα συστεγάζουν / θα συστεγάζουνε / θα συστεγάσουν / θα συστεγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συστεγάσει | έχεις συστεγάσει | έχει συστεγάσει | έχουμε συστεγάσει | έχετε συστεγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συστεγάσει | είχες συστεγάσει | είχε συστεγάσει | είχαμε συστεγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συστεγάσει / να συστεγάζω / να συστεγάσω | να έχεις συστεγάσει / να συστεγάζεις / να συστεγάσεις | να έχει συστεγάσει / να συστεγάζει / να συστεγάσει | να έχουμε συστεγάσει / να συστεγάζουμε / να συστεγάσουμε | να έχετε συστεγάσει / να συστεγάζετε / να συστεγάσετε | να συστεγάζουν / να συστεγάζουνε / να συστεγάσουν / να συστεγάσουνε |
| Προστακτική | — | συστέγαζε / συστέγασε | — | — | συστεγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συστεγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →