Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συστημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει συσταθεί ως φορέας κάποιας υπηρεσίας, μιας επιχείρησης ή για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού Βικιλεξικό
    • «η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και παραγωγή των οικονομικών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων», αρθ. 23 § 2 Σ.
  2. που τον έχουν συστήσει, που έχει συστάσεις (προφορικές ή γραπτές) από κάποιον τρίτο Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραπροσωνυμία που δινόταν στα μέλη του δεύτερου κατώτερου βαθμού (δεύτερη τάξη) της Φιλικής Εταιρείας, που σηματοδοτούσε την έναρξη της διαδικασίας ουσιαστικής μύησης σε αυτήν Βικιλεξικό
    • Εγίνετο δηλαδή μεθοδικώς η είσοδος του μέλους εις το πρόγραμμα της Εταιρείας. Ο αδελφοποιτός ηρωτάτο αν ήθελε την ελευθερίαν της πατρίδος του. Ο συστημένος ωρκίζετο να μισή τον εχθρόν της πατρίδος και να πολεμήση δι' αυτήν.
    • Η δε περί τούτου κατήχησις ην τοιαύτη. Είχον τεταγμένους τρεις Βαθμούς, τον μεν ονομάζοντες των Συστημένων, τον δε των Ιερέων, τον δε των Ποιμένων. Και έκαστος τούτων είχε ιδιαίτερον τρόπον Κατηχήσεως, εφοδιαστικών Γραμμάτων, και Σημείων, δια τε χειρονομιών και δια λέξεών τινών.

Ετυμολογία

συστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συστήνω/συστήνομαι και του συνιστώ

Άλλοι τύποι

συστημένασυστημένεσυστημένεςσυστημένησυστημένηςσυστημένοσυστημένοισυστημένοςσυστημένουσυστημένουςσυστημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →