συστηματικός
•
- αυτός που έχει οργάνωση, τάξη, σύστημα, ο οργανωμένος και τακτικός που ενεργεί με σχεδιασμό και όχι αυθόρμητα, παρορμητικά ή τυχαία Βικιλεξικό
- είναι προσεκτικός και συστηματικός, δεν είναι ανοργάνωτος να πιάνει και να αφήνει ατελείωτες δουλειές, δουλεύει με σύστημα
- είναι συστηματική γυναίκα (αλλά "συστημική βλάβη" για μια πάθηση του οργανισμού ή στο δίκτυο ύδρευσης ή στην ψυχανάλυση)
- κάτι που γίνεται συχνά, επαναλαμβάνεται Βικιλεξικό
- Για το σκοπό αυτό το Ίδρυμα έχει συγκροτήσει δανειστική ιματιοθήκη έθνικ φορεσιές πού λειτουργεῖ συστηματικά ἀπό τό 1975 κι ἔχει όργανώσει μαθήματα ἑλληνικῶν χορῶν στο Ναύπλιο (Αγροτική Τράπεζα, μηνιαία ενημερωτική-επικοινωνιακή έκδοση της ΑΤΕ, τεύχη 45-56, 1979, σελ. 10)
- με ενοχλεί συστηματικά (το έχει κάνει σύστημα να ενοχλεί τους άλλους)
Ετυμολογία
συστηματικός < σύστημα < συνίστημι < συν + ίστημι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συστηματικός | συστηματική | συστηματικό |
| Γενική | συστηματικού | συστηματικής | συστηματικού |
| Αιτιατική | συστηματικό | συστηματική | συστηματικό |
| Κλητική | συστηματικέ | συστηματική | συστηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συστηματικοί | συστηματικές | συστηματικά |
| Γενική | συστηματικών | συστηματικών | συστηματικών |
| Αιτιατική | συστηματικούς | συστηματικές | συστηματικά |
| Κλητική | συστηματικοί | συστηματικές | συστηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →