συστηματικότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι συστηματικό(ς), η ιδιότητα του συστηματικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστηματικότητα < συστηματικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συστηματικότητα | συστηματικότητες |
| Γενική | συστηματικότητας | συστηματικοτήτων |
| Αιτιατική | συστηματικότητα | συστηματικότητες |
| Κλητική | συστηματικότητα | συστηματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →