συστράτευση
•
- συνεργασία ατόμων για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινών στόχων Βικιλεξικό
- Τέλος, υπάρχει και η εκδοχή των οικογενειακών επιχειρήσεων στις οποίες επικρατεί απόλυτη ηρεμία και σύμπνοια, πλήρης συστράτευση όλων των μετόχων, ομόφωνη αποδοχή των αποφάσεων. Αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο – ίσως και αφύσικο, γιατί η διαφορετικότητα είναι μέσα στη φύση, και γι' αυτό όταν απουσιάζει θα πρέπει να προκαλεί ερωτήματα.
Ετυμολογία
συστράτευση < συστρατεύ(ομαι) + -ση < αρχαία ελληνική συστρατεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συστράτευση | συστρατεύσεις |
| Γενική | συστράτευσης | συστρατεύσεων |
| Αιτιατική | συστράτευση | συστρατεύσεις |
| Κλητική | συστράτευση | συστρατεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →