Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσφαίρωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιομετατροπή σε σφαιροειδή μάζα, σε σφαίρα Βικιλεξικό
  2. λόγιοσυμπίλημα διαφόρων στοιχείων (π.χ. πετρωμάτων) σε σφαιρική μορφή Βικιλεξικό
    • Αυτό, κατά την ομάδα του δρος Γουίβερ, θα συμβεί επειδή οι αστεροειδείς είναι στην ουσία ένα συσφαίρωμα πετρωμάτων που οφείλουν τη συνοχή τους στη δύναμη της βαρύτητας. (www.tanea.gr, 02.03.2012)
    • οι ποζολανικές ιδιότητες που παρουσιάζει η ιπτάμενη τέφρα επιτρέπουν την εύκολη μορφοποίησή της σε συσφαιρώματα (pellets) και την δημιουργία κεραμικών δομών (http://library.tee.gr)

Ετυμολογία

συσφαίρωμα < συ- + σφαίρωμα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική conglobation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυσφαίρωμασυσφαιρώματα
Γενικήσυσφαιρώματοςσυσφαιρωμάτων
Αιτιατικήσυσφαίρωμασυσφαιρώματα
Κλητικήσυσφαίρωμασυσφαιρώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →