συσχέτιση
•
- η ενέργεια του συσχετίζω, ο προσδιορισμός της σχέσης που συνδέει δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα Βικιλεξικό
- Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)
- βάσεις δεδομένων, (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) η σχέση μεταξύ των γραμμών (rows) διαφορετικών πινάκων (tables) με την χρήση πρωτευόντων (primary keys) και εξωτερικών κλειδιών (foreign keys) Βικιλεξικό
- πολυλεκτικοί όροι: ακεραιότητα συσχετίσεων, διάγραμμα οντοτήτων συσχετίσεων ή μοντέλο οντοτήτων συσχετίσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσχέτιση < (καθαρεύουσα) συσχέτισις < συσχετίζω + -σις/-ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συσχέτιση | συσχετίσεις |
| Γενική | συσχέτισης | συσχετίσεων |
| Αιτιατική | συσχέτιση | συσχετίσεις |
| Κλητική | συσχέτιση | συσχετίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →