συσχετιζόμενος
•
- ο σχετικός με κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνοι πίνακες και οι αντίστοιχες εγγραφές (γραμμές) τους (βλ. σχετικός) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσχετιζόμενος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
συσχετιζόμενασυσχετιζόμενεσυσχετιζόμενεςσυσχετιζόμενησυσχετιζόμενηςσυσχετιζόμενοσυσχετιζόμενοισυσχετιζόμενοςσυσχετιζόμενουσυσχετιζόμενουςσυσχετιζόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →