Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσχετιζόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
  2. βάσεις δεδομένωνοι πίνακες και οι αντίστοιχες εγγραφές (γραμμές) τους (βλ. σχετικός) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσχετιζόμενος < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

συσχετιζόμενασυσχετιζόμενεσυσχετιζόμενεςσυσχετιζόμενησυσχετιζόμενηςσυσχετιζόμενοσυσχετιζόμενοισυσχετιζόμενοςσυσχετιζόμενουσυσχετιζόμενουςσυσχετιζόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →