Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συφιλιάζω

/si.fiˈʎa.zo/ρήμα
•
  1. προφορικόδυσανασχετώ, εκνευρίζομαι, σκάω απ' το κακό μου Βικιλεξικό
    • Τώρα υπάρχει και αυτό το είδος ανθρώπου, κάτι είναι και αυτό, μπορεί σε κάποιους να ανάβει κόκκινο, να συφιλιάζουν, δεν ξέρω. («Ήρθε η ώρα να πούμε το δικό μας “φτάνει πια”», εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, https://www.tanea.gr/2009/10/31/greece/irthe-i-wra-na-poyme-to-diko-mas-ftanei-pia/)

Ετυμολογία

συφιλιάζω < σύφιλ(η) + -ιάζω ή σύφιλ(ις) + -άζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυφιλιάζωσυφιλιάζειςσυφιλιάζεισυφιλιάζουμεσυφιλιάζετεσυφιλιάζουν / συφιλιάζουνε
Παρατατικόςσυφίλιαζασυφίλιαζεςσυφίλιαζεσυφιλιάζαμεσυφιλιάζατεσυφίλιαζαν / συφιλιάζαν / συφιλιάζανε
Αόριστοςσυφίλιασασυφίλιασεςσυφίλιασεσυφιλιάσαμεσυφιλιάσατεσυφίλιασαν / συφιλιάσαν / συφιλιάσανε
Μέλλονταςθα συφιλιάζω / θα συφιλιάσωθα συφιλιάζεις / θα συφιλιάσειςθα συφιλιάζει / θα συφιλιάσειθα συφιλιάζουμε / θα συφιλιάσουμεθα συφιλιάζετε / θα συφιλιάσετεθα συφιλιάζουν / θα συφιλιάζουνε / θα συφιλιάσουν / θα συφιλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω συφιλιάσειέχεις συφιλιάσειέχει συφιλιάσειέχουμε συφιλιάσειέχετε συφιλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συφιλιάσειείχες συφιλιάσειείχε συφιλιάσειείχαμε συφιλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω συφιλιάσει / να συφιλιάζω / να συφιλιάσωνα έχεις συφιλιάσει / να συφιλιάζεις / να συφιλιάσειςνα έχει συφιλιάσει / να συφιλιάζει / να συφιλιάσεινα έχουμε συφιλιάσει / να συφιλιάζουμε / να συφιλιάσουμενα έχετε συφιλιάσει / να συφιλιάζετε / να συφιλιάσετενα συφιλιάζουν / να συφιλιάζουνε / να συφιλιάσουν / να συφιλιάσουνε
Προστακτική—συφίλιαζε / συφίλιασε——συφιλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συφιλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →